satisfacer
Pronunciation
/sˌatisfaθˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "satisfacer"στα ισπανικά

satisfacer
[past form: satisfice][present form: satisfago]
01

ικανοποιώ

hacer que alguien esté contento o conforme
satisfacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
satisfago
γ΄ ενικό πρόσωπο
satisface
ενεστώτα μετοχή
satisfaciendo
απλός αόριστος
satisfice
παθητική μετοχή
satisfecho
Παραδείγματα
¿ Crees que eso satisfará sus demandas?
Ικανοποιώ τις απαιτήσεις τους, νομίζεις ότι θα το κάνει;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store