satisfacer
sa
sa
sa
tis
tis
tis
fa
fa
fa
cer
ˈθeɾ
ther
empobrecerpermanecerdesconocersorprender

Ορισμός και σημασία του "satisfacer"στα ισπανικά

satisfacer
01

ικανοποιώ

hacer que alguien esté contento o conforme 
satisfacer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
satisfago
γ΄ ενικό πρόσωπο
satisface
ενεστώτα μετοχή
satisfaciendo
απλός αόριστος
satisfice
παθητική μετοχή
satisfecho
Παραδείγματα
El regalo satisfizo a mi hermana. 

Το δώρο ικανοποίησε την αδερφή μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store