Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
satisfacer
01
ικανοποιώ
hacer que alguien esté contento o conforme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
satisfago
γ΄ ενικό πρόσωπο
satisface
ενεστώτα μετοχή
satisfaciendo
απλός αόριστος
satisfice
παθητική μετοχή
satisfecho
Παραδείγματα
El regalo satisfizo a mi hermana.
Το δώρο ικανοποίησε την αδερφή μου.



























