Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
satisfacer
[past form: satisfice][present form: satisfago]
01
ικανοποιώ
hacer que alguien esté contento o conforme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
satisfago
γ΄ ενικό πρόσωπο
satisface
ενεστώτα μετοχή
satisfaciendo
απλός αόριστος
satisfice
παθητική μετοχή
satisfecho
Παραδείγματα
¿ Crees que eso satisfará sus demandas?
Ικανοποιώ τις απαιτήσεις τους, νομίζεις ότι θα το κάνει;



























