la preocupación
preo
pɾeo
πρεο
cu
ku
κου
pac
ˈpaθ
παθ
ión
jon
γον

Ορισμός και σημασία του "preocupación"στα ισπανικά

La preocupación
01

ανησυχία, έγνοια

sentimiento de inquietud o ansiedad por algo 
la preocupación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
preocupaciones
Παραδείγματα
La preocupación afecta su sueño cada noche. 

Η ανησυχία επηρεάζει τον ύπνο του κάθε βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store