Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El enfado
[gender: masculine]
01
θυμός, ενόχληση
emoción de molestia o irritación por algo desagradable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su enfado duró solo unos minutos.
Ο θυμός του διήρκεσε μόνο λίγα λεπτά.
Λεξικό Δέντρο
enfado
fado



























