Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depilar
[past form: me depilé][present form: me depilo]
01
αποτριχώνω με κερί, κάνω κερί
quitarse el vello del cuerpo usando cera
Παραδείγματα
Se depiló con cera antes del verano.
Αφαίρεσε** τα τρίχα της με κερί πριν από το καλοκαίρι.
02
αποτριχώνω, ξεριζώνω
quitarse el vello de las cejas, generalmente con pinzas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
depilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
depila
ενεστώτα μετοχή
depilando
απλός αόριστος
me depilé
παθητική μετοχή
depilado
Παραδείγματα
Después de depilarse las cejas, aplicó un poco de gel.
Αφού αφαίρεσε τα φρύδια της, εφάρμοσε λίγο τζελ.



























