Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depilar
01
αποτριχώνω με κερί, κάνω κερί
quitarse el vello del cuerpo usando cera
Παραδείγματα
Me depilo con cera cada mes.
Αποτριχώνω με κερί κάθε μήνα.
02
αποτριχώνω, ξεριζώνω
quitarse el vello de las cejas, generalmente con pinzas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
depilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
depila
ενεστώτα μετοχή
depilando
απλός αόριστος
me depilé
παθητική μετοχή
depilado
Παραδείγματα
Me depilo las cejas con pinzas cada semana.
Αποτρίχω τα φρύδια μου με τσιμπιδάκι κάθε εβδομάδα.



























