Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La articulación
01
άρθρωση, σύνδεσμος
lugar donde se unen dos huesos y permiten movimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
articulaciones
Παραδείγματα
La articulación de la rodilla permite doblar la pierna.
Η άρθρωση του γόνατος επιτρέπει το λύγισμα του ποδιού.
02
αρθρωση, φρασεολογία
la manera en la que se produce el ataque y la conexión entre las notas de una melodía
Παραδείγματα
El saxofonista practica la articulación con un metrónomo.
Ο σαξοφωνίστας εξασκεί την άρθρωση με ένα μετρονόμο.
03
forma clara y precisa de pronunciar los sonidos al hablar
Παραδείγματα
Su articulación mejoró con la práctica diaria.



























