Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El partido
01
αγώνας, αντιπαράθεση
competencia deportiva entre dos equipos o jugadores
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
partidos
Παραδείγματα
Hoy hay un partido de fútbol en el estadio.
Σήμερα υπάρχει ένας αγώνας ποδοσφαίρου στο στάδιο.
02
πολιτικό κόμμα
organización política que representa ciertas ideas y participa en elecciones
Παραδείγματα
El partido ganó las elecciones con mayoría absoluta.



























