Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empatar
[past form: empaté][present form: empato]
01
ισοπαλώ, τελειώνω ισόπαλο
terminar un partido con el mismo número de puntos o goles que el adversario
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
empato
γ΄ ενικό πρόσωπο
empata
ενεστώτα μετοχή
empatando
απλός αόριστος
empaté
παθητική μετοχή
empatado
Παραδείγματα
No pudieron empatar el marcador antes del final.



























