Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El beisbolista
01
παίκτης του μπέιζμπολ, μπέιζμπολιστας
persona que juega al béisbol de manera profesional o amateur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
beisbolistas
αρσενικό ενικό
beisbolista
θηλυκό ενικό
beisbolista
neutral form
jugador de béisbol
Παραδείγματα
Mi primo quiere ser beisbolista profesional.
Ο ξάδελφός μου θέλει να γίνει επαγγελματίας beisbolista.



























