Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ala delta
01
δέλτα πλάνο, αιωρούμενη πτέρυγα
deporte aéreo que consiste en volar con una estructura ligera en forma de ala
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Practica ala delta los fines de semana en la montaña.
Ασκείται στο δέλτα πλάνο τα σαββατοκύριακα στο βουνό.



























