la sequía
se
se
se
qu
ˈki
ki
ía
a
a
ironíautopíaaporíaavería

Ορισμός και σημασία του "sequía"στα ισπανικά

01

ξηρασία, έλλειψη νερού

falta de lluvia durante mucho tiempo que causa problemas de agua 
la sequía definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sequías
Παραδείγματα
La sequía afectó a los cultivos del país. 

Η ξηρασία επηρέασε τις καλλιέργειες της χώρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store