Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sembrar
01
σπέρνω, φυτεύω
poner semillas en la tierra para que crezcan plantas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
siembro
γ΄ ενικό πρόσωπο
siembra
ενεστώτα μετοχή
sembrando
απλός αόριστος
sembré
παθητική μετοχή
sembrado
Παραδείγματα
Mi abuelo me enseñó a sembrar vegetales.
Ο παππούς μου μου έμαθε πώς να σπέρνω λαχανικά.



























