Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reciclar
01
ανακυκλώνω
transformar materiales usados para que puedan ser utilizados de nuevo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reciclo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recicla
ενεστώτα μετοχή
reciclando
απλός αόριστος
reciclé
παθητική μετοχή
reciclado
Παραδείγματα
Reciclamos el cartón para hacer nuevas cajas.
Ανακυκλώνουμε το χαρτόνι για να φτιάξουμε νέα κουτιά.



























