reciclar
Pronunciation
/rˌeθiklˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "reciclar"στα ισπανικά

reciclar
01

ανακυκλώνω

transformar materiales usados para que puedan ser utilizados de nuevo
reciclar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reciclo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recicla
ενεστώτα μετοχή
reciclando
απλός αόριστος
reciclé
παθητική μετοχή
reciclado
Παραδείγματα
Reciclamos el cartón para hacer nuevas cajas.
Ανακυκλώνουμε το χαρτόνι για να φτιάξουμε νέα κουτιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store