Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ahorro
01
οικονομία, αποταμίευση
acción de usar menos energía o recursos para conservarlos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ahorros
Παραδείγματα
El ahorro de energía es importante para el medio ambiente.
Η εξοικονόμηση ενέργειας είναι σημαντική για το περιβάλλον.



























