el ahorro
a
a
a
ho
ˈo
o
rro
ro
ro
morrozorrogorroabejorro

Ορισμός και σημασία του "ahorro"στα ισπανικά

01

οικονομία, αποταμίευση

acción de usar menos energía o recursos para conservarlos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ahorros
Παραδείγματα
El ahorro de energía es importante para el medio ambiente. 

Η εξοικονόμηση ενέργειας είναι σημαντική για το περιβάλλον.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store