Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cursar
01
παρακολουθώ, σπουδάζω
estudiar o hacer un curso o asignatura en la escuela o universidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
curso
γ΄ ενικό πρόσωπο
cursa
ενεστώτα μετοχή
cursando
απλός αόριστος
cursé
παθητική μετοχή
cursado
Παραδείγματα
Estoy cursando matemáticas este semestre.
Παρακολουθώ μαθηματικά αυτό το εξάμηνο.



























