el economista
e
e
e
co
ko
ko
no
no
no
mis
ˈmis
mis
ta
ta
ta
columnistaanarquistaglobalistaecologista

Ορισμός και σημασία του "economista"στα ισπανικά

01

οικονομολόγος, ειδικός οικονομικών

persona que estudia y trabaja en economía 
el economista definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
economistas
θηλυκό ενικό
economista
Παραδείγματα
Mi hermano es economista y trabaja en un banco. 

Ο αδερφός μου είναι οικονομολόγος και εργάζεται σε μια τράπεζα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store