Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cuota
01
τέλος
cantidad de dinero que se paga regularmente por un servicio o por pertenecer a algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cuotas
Παραδείγματα
La cuota incluye todos los servicios.
02
ποσοστό, μερίδιο
porción o cantidad limitada asignada a una persona, grupo o entidad
Παραδείγματα
Cada país tiene una cuota de participación.
Κάθε χώρα έχει μια ποσόστωση συμμετοχής.



























