arrugar
Pronunciation
/ˌaruɣˈaɾse/

Ορισμός και σημασία του "arrugar"στα ισπανικά

arrugar
[past form: me arrugué][present form: me arrugo]
01

τσαλακώνω, ζαρώνω

ponerse con pliegues o arrugas en la superficie, especialmente la piel o la ropa
arrugar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
arrugo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arruga
ενεστώτα μετοχή
arrugando
απλός αόριστος
me arrugué
παθητική μετοχή
arrugado
Παραδείγματα
No quiero que se arruguen los pantalones nuevos.
Δεν θέλω τα καινούρια παντελόνια να τσαλακωθούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store