Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrugar
01
τσαλακώνω, ζαρώνω
ponerse con pliegues o arrugas en la superficie, especialmente la piel o la ropa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
arrugo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arruga
ενεστώτα μετοχή
arrugando
απλός αόριστος
me arrugué
παθητική μετοχή
arrugado
Παραδείγματα
La camisa se arrugó después de lavarla.
Το πουκάμισο τσαλακώθηκε μετά το πλύσιμο.



























