Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liberal
01
φιλελεύθερος, προοδευτικός
que tiene ideas abiertas y favorece la libertad y el progreso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más liberal
συγκριτικός βαθμός
más liberal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
liberal
αρσενικό πληθυντικό
liberales
θηλυκό ενικό
liberal
θηλυκό πληθυντικό
liberales
θεματικό πεδίο
ideología, política, actitud
Παραδείγματα
Ella tiene una actitud liberal sobre la educación.
Έχει μια φιλελεύθερη στάση απέναντι στην εκπαίδευση.
02
φιλελεύθερος
que defiende ideas políticas de libertad individual y cambio social
Παραδείγματα
Las políticas liberales apoyan los derechos humanos.
Οι φιλελεύθερες πολιτικές υποστηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
liberal
liber



























