Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proyectar
01
προβάλλω
mostrar imágenes o películas en una pantalla grande
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
proyecto
γ΄ ενικό πρόσωπο
proyecta
ενεστώτα μετοχή
proyectando
απλός αόριστος
proyecté
παθητική μετοχή
proyectado
Παραδείγματα
¿ A qué hora proyectan la película?
Προβάλλουν την ταινία σε ποια ώρα;



























