Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proyectar
01
προβάλλω
mostrar imágenes o películas en una pantalla grande
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
proyecto
γ΄ ενικό πρόσωπο
proyecta
ενεστώτα μετοχή
proyectando
απλός αόριστος
proyecté
παθητική μετοχή
proyectado
Παραδείγματα
Van a proyectar una película nueva esta noche.
Θα προβάλουν μια νέα ταινία απόψε.



























