Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
policíaco
01
αστυνομικός, αστυνομικό
que pertenece al género literario o cinematográfico que trata sobre crímenes y policías
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
policíaco
αρσενικό πληθυντικό
policíacos
θηλυκό ενικό
policíaca
θηλυκό πληθυντικό
policíacas
Παραδείγματα
Las películas policíacas suelen tener mucho suspenso.
Οι αστυνομικές ταινίες συνήθως έχουν πολύ αγωνία.



























