Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La composición
01
μουσική σύνθεση
pieza musical creada por un compositor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
composiciones
Παραδείγματα
Esta composición fue escrita por un joven talento.
02
σύνθεση, σύνταξη
acción de escribir un texto, especialmente con fines escolares o literarios
Παραδείγματα
La profesora nos pidió practicar la composición.
Η δασκάλα μας ζήτησε να εξασκηθούμε στη σύνθεση.
03
σύνθεση
la organización y disposición de los elementos visuales en una obra de arte
Παραδείγματα
El fotógrafo estudió la composición durante horas antes de tomar la imagen.
Ο φωτογράφος μελέτησε τη σύνθεση για ώρες πριν τραβήξει την εικόνα.



























