trocear
tro
tɾo
tro
cear
ˈθeaɾ
thear
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "trocear"στα ισπανικά

trocear
01

κόβω σε κομμάτια, ψιλοκόβω

cortar algo en pedazos o trozos pequeños 
trocear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
trozco
γ΄ ενικό πρόσωπο
trocea
ενεστώτα μετοχή
troceando
απλός αόριστος
troceé
παθητική μετοχή
troceado
Παραδείγματα
Voy a trocear las verduras para la ensalada. 

Πάω να κόψω τα λαχανικά για τη σαλάτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store