Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sazonar
[past form: sazoné][present form: sazono]
01
καρυκεύω
añadir sal, especias u otros ingredientes para dar sabor a la comida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sazono
γ΄ ενικό πρόσωπο
sazona
ενεστώτα μετοχή
sazonando
απλός αόριστος
sazoné
παθητική μετοχή
sazonado
Παραδείγματα
Sazonaron la carne con muchas especias.
Καρύκευσαν το κρέας με πολλά μπαχαρικά.



























