Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pedir
[past form: pedí][present form: pido]
01
παραγγέλνω, ζητώ
solicitar algo, como comida o servicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pido
γ΄ ενικό πρόσωπο
pide
ενεστώτα μετοχή
pidiendo
απλός αόριστος
pedí
παθητική μετοχή
pedido
Παραδείγματα
Siempre pido lo mismo en ese restaurante.
Πάντα παραγγέλνω το ίδιο πράγμα σε εκείνο το εστιατόριο.
02
ζητώ
solicitar algo a alguien
Παραδείγματα
Ellos pidieron instrucciones claras.
Αυτοί ζήτησαν σαφείς οδηγίες.
03
ζητώ, επαιτώ
solicitar dinero, comida u ayuda por necesidad
Παραδείγματα
Pedir es la última opción cuando no hay recursos.
Η επαιτεία είναι η τελευταία επιλογή όταν δεν υπάρχουν πόροι.
04
παραγγέλνω, προσφέρω
solicitar productos o servicios para recibirlos
Παραδείγματα
Ellos pidieron materiales para la construcción.
Παρήγγειλαν υλικά για την κατασκευή.



























