Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hervir
[past form: herví][present form: hiervo]
01
βράζω, ζεσταίνω μέχρι βρασμού
calentar un líquido hasta que produce burbujas y vapor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
hiervo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hierve
ενεστώτα μετοχή
hirviendo
απλός αόριστος
herví
παθητική μετοχή
hervido
Παραδείγματα
¿ Puedes hervir agua para el té?
Μπορείς να βράσεις νερό για το τσάι ;



























