Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La grasa
[gender: feminine]
01
λίπος
sustancia aceitosa que puede ser parte de los alimentos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Comer demasiada grasa puede causar problemas de salud.
Η κατανάλωση πάρα πολλών λιπών μπορεί να προκαλέσει προβλήματα υγείας.
02
λιπώδης ιστός, λίπος
sustancia del cuerpo formada por lípidos que sirve como reserva de energía
Παραδείγματα
La grasa ayuda a mantener la temperatura corporal.
Το λίπος βοηθά στη διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματος.



























