el chorizo
cho
ʧo
τσο
ri
ˈɾi
ρι
zo
θo
θο
mellizorollizotrillizoerizo

Ορισμός και σημασία του "chorizo"στα ισπανικά

01

τσορίζο

embutido hecho con carne picada y especias , especialmente pimentón 
el chorizo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chorizos
Παραδείγματα
Me gusta el chorizo en el desayuno con huevos. 

Μου αρέσει το τσόριζο στο πρωινό με αυγά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store