Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pesar
[past form: me pesé][present form: me peso]
01
ζυγίζομαι, ζυγίζομαι
medir el peso propio en una báscula
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peso
γ΄ ενικό πρόσωπο
pesa
ενεστώτα μετοχή
pesando
απλός αόριστος
me pesé
παθητική μετοχή
pesado
Παραδείγματα
Me peso regularmente para mantenerme saludable.
El pesar
01
λύπη, θλίψη
sentimiento de tristeza o aflicción profunda
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La noticia causó gran pesar en la comunidad.
Η είδηση προκάλεσε μεγάλη θλίψη στην κοινότητα.



























