Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pesar
01
ζυγίζομαι, ζυγίζομαι
medir el peso propio en una báscula
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peso
γ΄ ενικό πρόσωπο
pesa
ενεστώτα μετοχή
pesando
απλός αόριστος
me pesé
παθητική μετοχή
pesado
Παραδείγματα
Me peso todas las mañanas antes de desayunar.
El pesar
01
λύπη, θλίψη
sentimiento de tristeza o aflicción profunda
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Sintió un profundo pesar por la pérdida de su amigo.
Ένιωσε βαθιά θλίψη για την απώλεια του φίλου του.



























