Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La seguridad
01
ασφάλεια, προστασία
sistema o acción que protege a personas o bienes de daños o ataques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
seguridades
Παραδείγματα
Estas puertas tienen un sistema de seguridad.
Αυτές οι πόρτες έχουν σύστημα ασφαλείας.
02
ασφάλεια, ασφάλειά
condición de estar libre de peligro o daño
Παραδείγματα
La seguridad en el trabajo es muy importante.
Η ασφάλεια στην εργασία είναι πολύ σημαντική.
03
ασφάλεια, σταθερότητα
estado de estabilidad o confianza en el futuro económico o social
Παραδείγματα
Busca un trabajo que le dé seguridad económica.
Ψάχνει για μια δουλειά που του δίνει οικονομική ασφάλεια.
04
βεβαιότητα
confianza plena en la verdad o exactitud de algo
Παραδείγματα
Hablo con seguridad de lo que sé.
Μιλάω με βεβαιότητα για αυτά που ξέρω.



























