el retraso
ret
ˈret
ret
ra
ɾa
ra
so
so
so
retrato

Ορισμός και σημασία του "retraso"στα ισπανικά

01

καθυστέρηση, αναβολή

tiempo que pasa después del momento esperado para que algo ocurra 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
retrasos
Παραδείγματα
El tren salió con un retraso de veinte minutos. 

Το τρένο αναχώρησε με καθυστέρηση είκοσι λεπτών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store