Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El auxiliar de vuelo
01
αεροσυνοδός
persona que trabaja en un avión atendiendo y asistiendo a los pasajeros durante el vuelo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
auxiliares de vuelo
Παραδείγματα
El auxiliar de vuelo ayudó a un pasajero enfermo.
Ο αεροσυνοδός βοήθησε έναν άρρωστο επιβάτη.



























