aterrizar
a
a
a
te
te
te
rri
ɾi
ri
zar
ˈθaɾ
thar
aterrorizar

Ορισμός και σημασία του "aterrizar"στα ισπανικά

aterrizar
01

προσγειώνω

llegar al suelo una aeronave o algo que estaba volando 
aterrizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
aterrizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aterriza
ενεστώτα μετοχή
aterrizando
απλός αόριστος
aterricé
παθητική μετοχή
aterrizado
Παραδείγματα
El avión va a aterrizar en cinco minutos. 

Το αεροπλάνο θα προσγειωθεί σε πέντε λεπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store