Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aterrizar
[past form: aterricé][present form: aterrizo]
01
προσγειώνω
llegar al suelo una aeronave o algo que estaba volando
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
aterrizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aterriza
ενεστώτα μετοχή
aterrizando
απλός αόριστος
aterricé
παθητική μετοχή
aterrizado
Παραδείγματα
Aterrizaron en Madrid al amanecer.
Προσγείωση στη Μαδρίτη την αυγή.



























