Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cancelar
01
ακυρώνω
dejar sin efecto algo que estaba planeado o reservado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cancelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cancela
ενεστώτα μετοχή
cancelando
απλός αόριστος
cancelé
παθητική μετοχή
cancelado
Παραδείγματα
Voy a cancelar la cita para mañana.
Πρόκειται να ακυρώσω το ραντεβού για αύριο.



























