cancelar
cancelar
kanselaɾ
kanselar
cautelar

Ορισμός και σημασία του "cancelar"στα ισπανικά

cancelar
01

ακυρώνω

dejar sin efecto algo que estaba planeado o reservado 
cancelar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cancelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cancela
ενεστώτα μετοχή
cancelando
απλός αόριστος
cancelé
παθητική μετοχή
cancelado
Παραδείγματα
Voy a cancelar la cita para mañana. 

Πρόκειται να ακυρώσω το ραντεβού για αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store