Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cancelación
[gender: feminine]
01
ακύρωση
acto de cancelar o dejar sin efecto algo que estaba planeado
Παραδείγματα
La cancelación fue por razones de seguridad.
Η ακύρωση έγινε για λόγους ασφαλείας.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ακύρωση