Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anular
01
ακυρώνω, αναιρώ
cancelar o dejar sin efecto algo que estaba planeado o confirmado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
anulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
anula
ενεστώτα μετοχή
anulando
απλός αόριστος
anulé
παθητική μετοχή
anulado
Παραδείγματα
Decidieron anular la reunión de hoy.
Αποφάσισαν να ακυρώσουν τη σημερινή συνάντηση.
02
ακυρώνω, ακυρώνω
dejar sin efecto un documento, contrato o decisión
Παραδείγματα
El juez anuló el contrato.
Ο δικαστής ακύρωσε τη σύμβαση.



























