Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sudar
[past form: sudé][present form: sudo]
01
ιδρώνω
producir y expulsar sudor por la piel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
sudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suda
ενεστώτα μετοχή
sudando
απλός αόριστος
sudé
παθητική μετοχή
sudado
Παραδείγματα
Estoy sudando porque estoy nervioso.
Ιδρώνω γιατί είμαι νευρικός.



























