Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sangre
[gender: feminine]
01
αίμα
líquido rojo que circula por las venas y arterias del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La sangre contiene glóbulos rojos y blancos.
Το αίμα περιέχει ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια.



























