Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El medicamento
01
φάρμακο, φαρμακευτικό
sustancia que se usa para prevenir o curar una enfermedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
medicamentos
Παραδείγματα
El medicamento debe mantenerse en un lugar fresco.
Το φάρμακο πρέπει να διατηρείται σε δροσερό μέρος.



























