Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El quiosco
01
περίπτερο, κιόσκι
estructura pequeña donde se venden periódicos, golosinas, bebidas u otros productos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
quioscos
Παραδείγματα
Compré una revista en el quiosco.
Αγόρασα ένα περιοδικό στο κιόσκι.



























