el quiosco
quios
ˈkjos
kyos
co
ko
ko
kioscotosco

Ορισμός και σημασία του "quiosco"στα ισπανικά

01

περίπτερο, κιόσκι

estructura pequeña donde se venden periódicos, golosinas, bebidas u otros productos 
el quiosco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
quioscos
Παραδείγματα
Compré una revista en el quiosco. 

Αγόρασα ένα περιοδικό στο κιόσκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store