Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El establecimiento
01
κατάστημα, χώρος
lugar donde se hace un negocio o servicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
establecimientos
Παραδείγματα
El establecimiento está abierto todo el día.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
establecimiento
estable
cimiento



























