Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
espectacular
01
θεαματικός, εντυπωσιακός
que causa admiración por ser muy impresionante o llamativo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más espectacular
συγκριτικός βαθμός
más espectacular
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
espectacular
αρσενικό πληθυντικό
espectaculares
θηλυκό ενικό
espectacular
θηλυκό πληθυντικό
espectaculares
Παραδείγματα
La decoración de la boda era espectacular.
Η διακόσμηση του γάμου ήταν θεαματική.



























