Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
humano
01
συμπονετικός
que muestra compasión, bondad o sensibilidad hacia otros
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más humano
συγκριτικός βαθμός
más humano
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
humano
αρσενικό πληθυντικό
humanos
θηλυκό ενικό
humana
θηλυκό πληθυντικό
humanas
Παραδείγματα
La sociedad necesita más personas humanas.
Η κοινωνία χρειάζεται περισσότερους ανθρώπινους ανθρώπους.
02
ανθρώπινος, ανθρωπιστικός
relacionado con las personas o con la naturaleza de las personas
Παραδείγματα
Es humano sentir miedo en situaciones difíciles.
Είναι ανθρώπινο να νιώθεις φόβο σε δύσκολες καταστάσεις.
El humano
01
άνθρωπος, ανθρώπινο ον
persona o ser perteneciente a la especie humana
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
humanos
Παραδείγματα
Los humanos han colonizado casi todo el planeta.
Οι άνθρωποι έχουν αποικίσει σχεδόν ολόκληρο τον πλανήτη.



























