Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
equilibrado
01
λογικός, ισορροπημένος
que actúa o piensa con calma, lógica y sin exageraciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más equilibrado
συγκριτικός βαθμός
más equilibrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
equilibrado
αρσενικό πληθυντικό
equilibrados
θηλυκό ενικό
equilibrada
θηλυκό πληθυντικό
equilibradas
Παραδείγματα
Él siempre da consejos equilibrados.
Πάντα δίνει ισορροπημένες συμβουλές.



























