Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El buen humor
01
καλή διάθεση
disposición alegre o actitud positiva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Siempre llega al trabajo de buen humor.
Φτάνει πάντα στη δουλειά με καλή διάθεση.



























