el buen humor
buen
bwen
bven
hu
u
oo
mor
ˈmoɾ
mor

Ορισμός και σημασία του "buen humor"στα ισπανικά

01

καλή διάθεση

disposición alegre o actitud positiva 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Siempre llega al trabajo de buen humor. 

Φτάνει πάντα στη δουλειά με καλή διάθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store