el mal humor
mal
mal
mal
hu
u
oo
mor
ˈmoɾ
mor

Ορισμός και σημασία του "mal humor"στα ισπανικά

01

κακή διάθεση, δυσάρεστη διάθεση

un estado de ánimo negativo donde una persona se siente irritable, enojada o de mal genio 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Se levantó con mal humor hoy. 

Σηκώθηκε με κακή διάθεση σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store