la ventaja
Pronunciation
/bɛntˈaxa/

Ορισμός και σημασία του "ventaja"στα ισπανικά

01

πλεονέκτημα

algo que da un beneficio o mejora sobre otra cosa o persona
la ventaja definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ventajas
Παραδείγματα
Su altura le da ventaja para jugar baloncesto.
Το ύψος του του δίνει πλεονέκτημα για να παίζει μπάσκετ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store