Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ventaja
01
πλεονέκτημα
algo que da un beneficio o mejora sobre otra cosa o persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ventajas
Παραδείγματα
Su altura le da ventaja para jugar baloncesto.
Το ύψος του του δίνει πλεονέκτημα για να παίζει μπάσκετ.



























