Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flexible
01
ευέλικτος
que puede adaptarse fácilmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más flexible
συγκριτικός βαθμός
más flexible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
flexible
αρσενικό πληθυντικό
flexibles
θηλυκό ενικό
flexible
θηλυκό πληθυντικό
flexibles
Παραδείγματα
El trabajo flexible ayuda a equilibrar la vida y el empleo.
02
ευέλικτος
que puede doblarse cambiar con facilidad
Παραδείγματα
Las ramas jóvenes del árbol son flexibles.
Λεξικό Δέντρο
inflexible
flexible
flex



























