Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puesto de trabajo
01
θέση εργασίας
posición laboral o cargo que una persona ocupa en una empresa u organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puestos de trabajo
Παραδείγματα
Solicité un puesto de trabajo en la empresa tecnológica.
Ζήτησα μια θέση εργασίας στην τεχνολογική εταιρεία.



























