el puesto de trabajo
pues
ˈpwes
πουεσ
to
to
το
de
ðe
δε
tra
tɾa
τρα
ba
βa
βα
jo
xo
χο

Ορισμός και σημασία του "puesto de trabajo"στα ισπανικά

El puesto de trabajo
01

θέση εργασίας

posición laboral o cargo que una persona ocupa en una empresa u organización 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puestos de trabajo
Παραδείγματα
Solicité un puesto de trabajo en la empresa tecnológica. 

Ζήτησα μια θέση εργασίας στην τεχνολογική εταιρεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store