Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
harto
01
κουρασμένος, βαρεθείς
estar cansado o fastidiado de algo o alguien por haberlo soportado durante mucho tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más harto
συγκριτικός βαθμός
más harto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
harto
αρσενικό πληθυντικό
hartos
θηλυκό ενικό
harta
θηλυκό πληθυντικό
hartas
Παραδείγματα
Ya estoy harto de tus mentiras.
Έχω κουραστεί ήδη από τα ψέματά σου.



























