helar
he
e
e
lar
ˈlaɾ
lar
hilarhalar

Ορισμός και σημασία του "helar"στα ισπανικά

01

παγώνω, καταψύχω

hacer que algo se congele por efecto del frío 
helar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
hielo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hiela
ενεστώτα μετοχή
helando
απλός αόριστος
helé
παθητική μετοχή
helado
Παραδείγματα
El frío puede helar el agua. 

Το κρύο μπορεί να παγώσει το νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store