helar
Pronunciation
/elˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "helar"στα ισπανικά

helar
[past form: helé][present form: hielo]
01

παγώνω, καταψύχω

hacer que algo se congele por efecto del frío
helar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
hielo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hiela
ενεστώτα μετοχή
helando
απλός αόριστος
helé
παθητική μετοχή
helado
Παραδείγματα
El lago se puede helar en invierno.
Η λίμνη μπορεί να παγώσει το χειμώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store